ανδρικός


ανδρικός
-ή, -ό και αντρικός (Α ἀνδρικός, -ή, -όν)
1. εκείνος που ανήκει ή αφορά σε άνδρα, ανδροπρεπής, αντρίκιος
2. ανθεκτικός, καρτερικός, θαρραλέος
αρχ.
1. εκείνος που αποτελείται από άνδρες
2. μεγάλος, μεγάλης χωρητικότητας (κύλιξ)
3. το ανδρικόν
ανδρεία, γενναιότητα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνδρικός — ἀ̱νδρικός , ἀνδρίζω make a man of perf part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀνδρικός masculine masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανδρικός — [андрикос] επ. мужской, мужественный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ανδρικός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που ανήκει σε άντρα: Στο κατάστημα αυτό πουλούν μόνο ανδρικά είδη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ανδρίκος, Δημήτριος — Αγωνιστής του 1821 από την Αθήνα. Ο Μακρυγιάννης τον αναφέρει ως υπόδειγμα γενναίου πολεμιστή. Για την πατριωτική του δράση παρασημοφορήθηκε …   Dictionary of Greek

  • ἀνδρικά — ἀνδρικός masculine neut nom/voc/acc pl ἀνδρικά̱ , ἀνδρικός masculine fem nom/voc/acc dual ἀνδρικά̱ , ἀνδρικός masculine fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδρικώτερον — ἀνδρικός masculine adverbial comp ἀνδρικός masculine masc acc comp sg ἀνδρικός masculine neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδρικωτάτων — ἀνδρικός masculine fem gen superl pl ἀνδρικός masculine masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδρικωτέρων — ἀνδρικός masculine fem gen comp pl ἀνδρικός masculine masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδρικῶν — ἀνδρικός masculine fem gen pl ἀνδρικός masculine masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδρικόν — ἀνδρικός masculine masc acc sg ἀνδρικός masculine neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)